Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του π. Ιωάννου Ρωμανίδη



Κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Του σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου Ιεροθέου
Η διδασκαλία του π. Ιωάννου Ρωμανίδη συντονίζεται στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, την οποία εκείνος παρουσίασε με έναν σύγχρονο τρόπο στους φοιτητές του, τους ακροατές του και τους συνομιλητές του, όπως το έκανε και με τα γραπτά του. Όταν κανείς τον συναντούσε και συζητούσε για ελάχιστα λεπτά της ώρας μαζί του, μπορούσε να παραλάβει μια συμπεπυκνωμένη διδασκαλία. Είχε την ικανότητα σε μικρό χρονικό διάστημα να μεταδίδει με τρόπο ευσύνοπτο και απλό τον πυρήνα της διδασκαλίας του.

 Στην συνέχεια θα εκτεθούν δέκα σημεία, που είναι οι κεντρικές θέσεις της διδασκαλίας του, όπως τις έχω αντιληφθεί.

1. Ο Θεός της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι Θεός της αποκαλύψεως, δηλαδή ο Θεός ο οποίος φανερώθηκε στους Προφήτες, Αποστόλους και Αγίους κάθε εποχής και οι οποίοι χαρακτηρίζονται θεούμενοι και είναι φίλοι του Θεού. Ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των φιλοσόφων και των στοχαστών, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών. Αποκαλύπτεται δε στους Θεουμένους, σε αυτούς, δηλαδή, που βρίσκονται σε ένα επίπεδο πνευματικής καταστάσεως, για να αισθανθούν την κοινωνία μαζί Του.

Η πνευματική αυτή κατάσταση λέγεται θεωρία, δηλαδή, οι θεόπτες βλέπουν τον Θεό μέσα στο Φως της δόξης Του. Αυτή η θέα είναι κοινωνία. Η κοινωνία προσφέρει γνώση και η γνώση αυτή είναι υπεράνω της ανθρώπινης γνώσεως. Κατά την διάρκεια της θεωρίας ο θεούμενος δεν έχει νοήματα, μετέχει του Φωτός, αλλά μετά την θεωρία καταγράφει την εμπειρία του με λέξεις και εικόνες που λαμβάνει από το περιβάλλον. Ο Θεός είναι Φως, οι Άγιοι ζουν μέσα στο Φως και στην συνέχεια περιγράφουν την άκτιστη αυτήν πραγματικότητα με στοιχεία της κτιστής πραγματικότητας. Η λέξη «άκτιστος» σημαίνει αδημιούργητος, δηλαδή δεν είναι κτιστός. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ακτίστου και κτιστού και οι θεούμενοι το αντιλαμβάνονται αυτό κατά την διάρκεια της θεοπτικής τους εμπειρίας.

Η γνώση του Θεού, που γίνεται με άκτιστα ρήματα, μεταφέρεται με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα, αφ' ενός μεν για να κατηχηθούν οι πιστοί και να πορευθούν τον δρόμο της Θεώσεως, αφ' ετέρου δε για να αντιμετωπισθούν οι αιρετικοί. Έτσι, καταρτίσθηκαν τα δόγματα από τις Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους. Άλλο είναι το δόγμα περί της Αγίας Τριάδος και άλλο είναι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος.

Επομένως, ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι Θεός των στοχαστών ούτε των φιλοσόφων, αλλά ο Θεός των Πατέρων ημών.

Άγιος Πορφύριος: Η Βυζαντινή μουσική θεραπεύει την κατάθλιψη


Μια φορά είχε κάποιος δαιμόνιο, ο βασιλιάς Σαούλ, και πήγαινε ο Δαβίδ και του έψαλλε και ο δαίμονας έφευγε. Πήγαινε με το ψαλτήρι- το ψαλτήρι ήταν όργανο.

Όταν τον έπιανε το δαιμόνιο της μελαγχολίας, πήγαινε ο Δαβίδ και του έπαιζε το ψαλτήρι και έτσι έφευγε ο δαίμονας.Που αι αυτοί που τρέχουνε να βρούνε θεραπεία για την κατάθλιψη.

Ὅταν μάθουνε βυζαντινή μουσική καί ἰδοῦνε τή μαυρίλα νά ‘ρχεται, πάπ! ἕνα δοξαστικό κι ἡ μαυρίλα πού ἔρχεται νά σέ καταλάβει, ὡς ἕνα εἶδος ψυχικῆς μελαγχολίας, γίνεται ὕμνος πρός τόν Θεό. Ἐγώ τό πιστεύω αὐτό. Ἀπόλυτα τό πιστεύω. Σᾶς τό λέω ὅτι ἕνας μουσικός, πού ἀγαπάει τή μουσική, πού εἶναι εὐσεβής, μπορεῖ μιά δυσκολία του νά τήνε κάνει ἔργο μουσικό ἤ ἕνα ἕτοιμο ἔργο νά τό ψάλει, νά τό ἀποδώσει. Ἔτσι, προκειμένου νά κλαίει καί νά καταπιέζεται, προσφέρει μιά δοξολογία στόν Θεό».

Ἡ βυζαντινή μουσική εἶναι πάρα πολύ εὔκολη, ὅταν τήν ἐρωτευθεῖ ἡ ψυχή. Εἶναι τόση ἡ ὠφέλεια τῆς ἁρμονίας στήν ψυχή!. Αὐτός πού ξέρει μουσικά καί ἔχει ταπείνωση, ἔχει τήν χάρι τοῦ Θεοῦ. Πάει νά θυμώσει, νά ἐκραγεῖ, ἀλλά φοβᾶται τή δυσαρμονία, διότι καί ὁ θυμός καί ὅλες αὐτές οἱ ἁμαρτωλές καταστάσεις δέν εἶναι μέσα στήν ἁρμονία. Κι ἔτσι μισεῖ σιγά σιγά τήν κακία καί ἐγκολπώνεται τήν ἀρετή, πού εἶναι ἁρμονία.

Ὅλες οἱ ἀρετές ἔχουν ἁρμονία. Οὔτε στενοχώριες μπορεῖ νά ἔχεις, οὔτε… Μπορεῖς νά ζεῖς μέσα στή χαρά. Ἅμα καταλάβεις πώς ἔρχεται καμιά μαυρίλα στόν ὁρίζοντα τῆς ψυχῆς σου, λέεις ἕνα ὡραῖο τροπάριο καί ἡ μαυρίλα γίνεται ὕμνος στόν Θεό. Τή δύναμη αὐτή πού θά σέ στενοχωροῦσε καί θά σέ καταπίεζε, τήν ἴδια δύναμη τή βουτᾶς καί τήν ἁγιάζεις.

Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη


dogma.gr

Τα μουσικά όργανα της βυζαντινής περιόδου Κλεοπάτρα Χατζηλία, Ιστορικός Πολιτισμού

Η βυζαντινή περίοδος που σηματοδοτείται από την απουσία της πόλης κράτους οδήγησε την μουσική δραστηριότητα να αναπτυχθεί στα περιβάλλοντα της συγκεντρωτικής εξουσίας.[1] Το κράτος ασκούσε απόλυτο υλικό και πνευματικό έλεγχο σε όλες τις εκδηλώσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής.[2]
Η μουσική δημιουργία της εποχής εκφράστηκε  μέσα από το δίπολο που ήθελε την λαϊκή μουσική να ακολουθεί ανεξάρτητη πορεία και την λόγια να ακολουθεί την θρησκευτική λατρεία.[3] Η εκκλησία έθεσε την μουσική στην υπηρεσία των αναγκών της, καλύπτοντας το μωσαϊκό πολλών λαών με κοινή ενιαία λειτουργική μουσική, [4]υιοθετώντας το a capella άσμα, το οποίο ήταν είδος ανυποληψίας στην κλασική περίοδο. [5]
bizantina1
Με τον όρο βυζαντινή μουσική εννοούμε την επίσημη έκφραση της Αυτοκρατορίας με έδρα την Κωνσταντινούπολη που δημιουργήθηκε για λειτουργικούς-δογματικούς λόγους και στηρίχθηκε στην ψαλτική τέχνη και υμνογραφία.  Χαρακτηριστικά της εκτός τη μονοφωνική εκτέλεση, είναι  η πλούσια εκφραστικότητα, το άριστο δέσιμο με τον λόγο, την χειρονομία και κυρίως ο αποκλεισμός των οργάνων. [6] Συχνά συγχέεται με την μουσική δραστηριότητα της βυζαντινής περιόδου γνωστή ως μουσική του Βυζαντίου που καλύπτει όλα τα είδη μουσικών που εμφανίστηκαν στα όρια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[7] Στο πέρασμα των χρόνων η σύγχυση και ταύτιση αυτή είχε ως θετική επίπτωση την διάσωση της λόγιας εκκλησιαστικής μουσικής αλλά την ταυτόχρονη διατήρησή της στα αυστηρά πλαίσια της Εκκλησίας.[8]
Αναντίρρητα, η έρευνα για την κοσμική λαϊκή μουσική που μεταδίδονταν με την παράδοση δυσκολεύεται από την θρησκευτική φύση του βυζαντινού πολιτισμού.[9] Από τις λιγοστές πηγές αντιλαμβανόμαστε ότι πολλά από τα όργανα της αρχαίας εποχής πέρασαν στην βυζαντινή έως και την σύγχρονη εποχή αρκετά παραλλαγμένα.[10] Έχουμε λοιπόν τα
Α) Τα τοξωτά έγχορδα στα οποία ανήκουν
1. η αχλαδόσχημη λύρα με δοξάρι,
2. τα όργανα της οικογένειας της άρπας και του ψαλτηρίου( σαντούρι, κανονάκι, άρπα) και
3. της οικογένειας του λαούτου (πανδούρα, θαμπούρα, ταμπούριν).
Β) Τα Αερόφωνα στα οποία περιλαμβάνονται οι αυλοί (σουραύλια πλαγίαυλοι), εκκλησιαστικό όργανο, τούμπα, σάλπιγγα, βούκινο, σύριγγα Πανός και
Γ) Τα κρουστά ή μεμβρανόφωνα.
bizantina2
Τα όργανα στο Βυζάντιο ήταν κυρίως φορητά. Θα τα παραθέσουμε ανάλογα με την χρήση τους που ήταν η λαϊκή διασκέδαση, ο ιδιωτικός βίος(γάμοι, ονομαστικές εορτές και πανηγύρεις) το στράτευμα και οι τελετές του Παλατιού.

Τί είναι η θεία αποκάλυψη; † π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ;
(Συνοπτικά)

Σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία δεν θεμελιώνεται πάνω σε γραπτά κείμενα, αλλά στην ομολογία πως ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, πως δηλαδή στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε ο Θεός με τον άνθρωπο «αδιαιρέτως, ατρέπτως, ασυγχύτως, αχωρίστως», και ο άνθρωπος ήλθε σε πραγματική κοινωνία με τον Θεό, στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκε υποστατικά, δηλαδή σε μία και μοναδική υπόσταση, ο Θεός και ο άνθρωπος.
 
Ο Υιός και Λόγος του Θεού συνεχίζει να είναι υποστατικά ενωμένος με το σώμα Του και σαν κεφαλή της Εκκλησίας είναι πάντοτε ενωμένος μαζί μας (Ματθ. ιη' 20. κη' 20). Την παρουσία του Χρίστου ενεργοποιεί το Άγιο Πνεύμα στη ζωή της Εκκλησίας (Α' Κορ. ιβ' 3), γι' αυτό και η Εκκλησία είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. γ' 15. Πρβλ. Α' Κορ. β' 7-11).
 
Στο σώμα του Χρίστου, «στους αγίους» παραδόθηκε η αγία μας πίστη «άπαξ», μια για πάντα- όποιος δεν ανήκει σ' αυτό το σώμα, δεν μπορεί να ερμηνεύσει σωστά την αγία Γραφή (Β' Θεσ. γ' 6. Β' Πέτρ. γ' 16. Ιούδα 3-4). Μ' αυτή την έννοια η ιερή παράδοση είναι η εμπειρία της Εκκλησίας, η ιερή μνήμη της Εκκλησίας, που διαφυλάσσεται σαν πολύτιμος θησαυρός (Β' Τιμ. α' 13-14).
 
Η αγία Γραφή δεν περιλαμβάνει την πληρότητα της θείας αποκάλυψης. Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη υπογραμμίζεται η σημασία της προφορικής παράδοσης και η φροντίδα για τη μετάδοση της από γενεά σε γενεά (Ψαλμ. μγ' 2 / μδ' 1. Ιωήλ α' 3). Η Καινή Διαθήκη σημειώνει πως δεν περιέχει την πληρότητα των λόγων και των έργων του Χριστού (Ιω. κα' 25).
 
Η ίδια η αγία Γραφή κάνει χρήση της παράδοσης (Αριθ. κα' 14-15. Ματθ. β' 23. Πράξ. κ' 35. Β' Τιμ. γ' 8. Ιούδα 14). Ο Χριστός δεν παρακίνησε τους μαθητές του να γράψουν βιβλία, αλλά να κηρύξουν, υποσχόμενος πως θα βρίσκεται για πάντα μαζί τους (Ματθ. κη' 20) και ότι θα τους αποστείλει το Πνεύμα το Άγιο για να μείνει μαζί τους (Ιω. ιδ' 16), να τους διδάξει και να τους υπενθυμίσει το κήρυγμα Του (Ιω. ιδ' 25-26), να τους οδηγήσει «εις όλην την αλήθεια», αποκαλύπτοντας σ' αυτούς το βαθύτερο νόημα των λόγων του Χρίστου, όλα εκείνα που με τις δικές τους δυνάμεις δεν μπορούσαν να «βαστάξουν» (Ιω. ιστ' 12-15).

Γιατί ο Θεός επέτρεψε την πτώση του ανθρώπου; † π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και του έδωσε τη δυνατότητα της κοινωνίας με το Δημιουργό μέσω της άκτιστης θείας χάρης, δηλαδή μέσω της ζωοποιού ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.

Σ' αυτό το περιβάλλον της θείας αγάπης ο άνθρωπος είχε τη δυνατότητα να καλλιεργήσει την κοινωνία, αναπτύσσοντας ελεύθερη και ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Επομένως ο ίδιος ο άνθρωπος έπρεπε να φθάσει στην τελειότητα, μένοντας ελεύθερα στο περιβάλλον του Θεού, έχοντας όμως πάντοτε τη δυνατότητα και να την αρνηθεί.

Δυστυχώς ο άνθρωπος, με την απάτη τού Διαβόλου, αρνήθηκε την αγαπητική σχέση με τον Θεό και απομακρύνθηκε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα να γίνει νεκρός πνευματικά, αφού ο ίδιος χωρίσθηκε από τη ζωοποιό ενέργεια του Θεού.

Ο φυσικός θάνατος πού ακολούθησε τον πνευματικό ήταν φυσικό αποτέλεσμα της αμαρτίας. Έτσι ο θάνατος μπήκε στη ζωή του ανθρώπου σαν παράσιτο, σαν αποτέλεσμα ελεύθερης πράξης του ανθρώπου: του χωρισμού του από τον Θεό (πρβλ Ιω. γ' 36, η' 51. Α' Ιω. γ' 10-14).

Ο Θεός δεν εμπόδισε τον θάνατο, τον επέτρεψε για να μη γίνει αθάνατο το κακό, για να δώσει στον άνθρωπο ευκαιρία μετανοίας, για να αναπλάσει τον άνθρωπο και να τον αναδείξει νέα δημιουργία εν Χριστώ. (Β' Κορ. ε' 17. Γαλ στ' 15). «Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν, ουδέ τέρπετε επ' απωλεία ζώντων» (Σοφ. Σολ. α' 13).

Ο Θεός βέβαια θα μπορούσε να δημιουργήσει τον άνθρωπο ηθικά τέλειο, ώστε να μη απομακρυνθεί από την αγάπη Του, τούτο όμως θα του αφαιρούσε την ελευθερία, τη δυνατότητα δηλαδή να εκλέξει ελεύθερα την αθανασία, χωρίς να βιάζεται από κανένα.

Αυτά φανερώνουν πώς η Ορθόδοξη Εκκλησία κάνει διαχωρισμό μεταξύ δημιουργίας και πτώσης του κόσμου με την απάτη του Σατανά.

Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός
Βάπτισμα
Κατά την ορθόδοξη πίστη η αναγέννηση του ανθρώπου πραγματοποιείται με το άγιο βάπτισμα. Δεν πρόκειται εδώ για το βάπτισμα του Ιωάννη, γιατί αυτό διακρίνεται από το Χριστιανικό  βάπτισμα (Πράξ. ιθ' 3-5). Το Χριστιανικό βάπτισμα γίνεται εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. κη' 19)

Με το Χριστιανικό βάπτισμα ενδύεται κανείς τον Χριστό, λαμβάνει το Πνεύμα της υιοθεσίας και γίνεται κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Ιησού Χριστού (Γαλ γ' 26-29. Ρωμ. η' 17). Η αγία Γραφή βεβαιώνει πώς δεν υπάρχουν δύο βαπτίσματα για τούς πιστούς το βάπτισμα με νερό, πού ακολουθείται από το άγιο Χρίσμα, είναι ή «άνωθεν αναγέννηση» του Ιω. γ' 3-5.

Το Χριστιανικό Λοιπόν βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία (Μάρκ. ιστ' 16. Α' Πέτρ. γ' 20-21). Μ' αυτό αποθνήσκουμε ως προς την αμαρτία και αναγεννώμεθα πνευματικά (Πράξ. β' 38. Ρωμ. στ' 1-11. Τίτ. Υ' 5).

 Με το άγιο βάπτισμα λαμβάνουμε το Πνεύμα της υιοθεσίας και γινόμαστε «τέκνα Θεού» (Ρωμ. η' 5-11. Γαλ δ' 5-6), γιατί με το βάπτισμα εvτασσόμαστε στο σώμα του Κυρίου, στην Εκκλησία (Πράξ. β' 41.47. Α' Κορ. lβ' 13. Γαλ Υ' 26-28) «εν σώμα και εν Πνεύμα... μία πίστις, ένα βάπτισμα» (Εφεσ. δ' 4-5). Ή Εκκλησία, πού είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. Υ' 15), ερμήνευσε το Ιω. γ' 3-5 σε αναφορά με το άγιο βάπτισμα.

Ο άγιος Ιουστίνος (†165) συνδέει το βάπτισμα με την αναγέννηση του Ιω. γ' 3-5' μάλιστα το χαρακτηρίζει «τρόπον αναγεννήσεως» (Άπολ Α' 61). Ο Ωριγένης (185-254) Λέγει πώς το Άγιο Πνεύμα υπάρχει «εις μόνους τούς μεταλαβόvτας αυτού εν τη του βαπτίσματος δόσει» (παρά Άθαν., Πρός Σεραπ. επ. Δ', 10). Ο Τερτυλλιανός (†220) αναφέρει πώς «χωρίς το βάπτισμα δεν ανήκει σε κανένα η σωτηρία, όλως ιδιαιτέρως εξ αιτίας του Λόγου του Κυρίου, 'εάν τις δεν αναγεννηθεί εξ ύδατος', δεν έχει την Ζωήν» (Περί βαπτ. 12). Ο Μ. Άθανάσιος αναφέρει πώς ο βαπτιζόμενος «τον μεν παλαιόν απεκδύεται, ανακαινίζεται δε άνωθεν, γεννηθείς τη του Πνεύματος χάριτι» (Πρός Θεραπ., επιστ. Δ',13). (295-373)

Τί είναι η Θεία Ευχαριστία; π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
      

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύσσει πώς κοινωνούμε πραγματικά το σώμα και το αίμα του Κυρίου (Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 15-20. Ιω. στ' 51-56. Α' Κορ. ια' 24-26).

 Δέχεται πώς η ευχαριστία είναι ανάμνηση του πάθους του Χριστού (Λουκ. κβ' 19. Α' Κορ. ια' 24-25), αλλά δεν δέχεται πώς είναι μόνο ανάμνηση!

 Ο Χριστός εξετέλεσε τη θυσία Του «εφάπαξ» (Εβρ. Ζ' 27. θ' 12.28), επομένως η θυσία αυτή δεν επαναλαμβάνεται. Όμως ο ίδιος ο Κύριος προσφέρει το σώμα Του και το αίμα Του πριν από τη μοναδική θυσία του Γολγοθά (Ματθ. κστ' 26-28. Μαρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 19-20) και δίνει εvτoλή στους μαθητές Του να κάνουν και αυτοί το ίδιο μέχρι τη δευτέρα Του παρουσία, δηλώνovτας πώς η «βρώσις» του σώματός Του και η «πόσις» του αίματός Του είναι απαραίτητα για τη σωτηρία (Ιω. στ' 31-50. Α' Κορ. ια' 23-29).

 Πώς είναι δυνατόν να τελεσθεί η θεία ευχαριστία πριν από τη σταυρική θυσία του Κυρίου; Τούτο καλύπτεται βέβαια από το μυστήριο! Όμως η θεία ευχαριστία, πού ετέλεσε ο Χριστός πριν από τη θυσία του, αποτελεί «μυστηριακή μετοχή» στη μία και μοναδική θυσία του Γολγοθά.

 Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεία ευχαριστία πού τελεί η Εκκλησία: είναι μετοχή της μιας και μοναδικής θυσίας πού πρόσφερε ο Χριστός. Οι ιερείς της Εκκλησίας οικονόμοι των μυστηρίων Του είναι διάκονοι του Χριστού, (Α' Κορ. Δ), προσφέρουν αληθινή θυσία πάνω στο θυσιαστήριο της Εκκλησίας (Εβρ. ιγ' 10), πού ονομάζεται μάλιστα και «τράπεζα του Κυρίου», η οποία αντιπαραβάλλεται με το ιουδαϊκό και το ειδωλολατρικό θυσιαστήριo (Α' Κορ. ι' 16-21).

 Με τον τρόπο αυτό αποδεικνύεται πώς η τέλεση της θείας ευχαριστίας την οποία παρήγγειλε ο Xριστός να τελούμε πάνω στο Χριστιανικό θυσιαστήριo (Εβρ. ιγ' 10), είναι η «θυσία καθαρά», η οποία προφητεύτηκε (Μαλαχ. α' 11). Δεν είναι επανάληψη της θυσίας του Xριστoύ, αλλά μυστηριακή μετοχή στη μία και μοναδική θυσία, ώστε τα επί μέρους μέλη (Ρωμ. ιβ' 5. Έφεσ. δ' 25) να ενώνονται και να συγκροτούν το ένα σώμα (Εφεσ. δ' 4. Α' Κορ. ι' 17).